Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Μπορεί ο καπιταλισμός να ξεπεράσει τη σημερινή κρίση υπερσυσσώρευσης;

Τα πολύμορφα αδιέξοδα της καπιταλιστικής οικονομίας ορίζουν καθήκοντα για τις αριστερές λαϊκές δυνάμεις. Του Ανέστη Ταρπάγκου.
Η κρίση καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης που έχει εκραγεί το 2008 σ’ όλες τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, έχει επιφέρει μια σαφέστατη επιβράδυνση των ρυθμών οικονομικής τους ανάπτυξης και κατά συνέπεια αύξηση του ποσοστού της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, η βίαιη επανάκαμψή της, σε συνδυασμό με τη βαθύτατη κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος που έχει υπέρμετρα διογκωθεί (λόγω της κίνησης των «αδρανών κεφαλαίων» που «λιμνάζουν» προς τον χρηματοπιστωτικό τομέα) και η μετατροπή της σε κρίση δημόσιου χρέους και δημοσιονομικών ελλειμμάτων, καταδεικνύει ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική, παρ’ όλη την επιμονή και την έντασή της, δεν μπορεί να εξασφαλίσει διεξόδους οικονομικής ανάκαμψης. Οι ετήσιοι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ στις καπιταλιστικές οικονομίες της ευρωπαϊκής και αμερικανικής ηπείρου φθίνουν συνεχώς από την κρίση του 1973-’75, φτάνοντας από το παλιότερο επίπεδο του 4%-5% στους σημερινούς ρυθμούς του 1%-2% με τάση να μηδενισθούν (Χ. Λάσκος-Ε. Τσακαλώτος Από τον Κέινς στην Θάτσερ-Χωρίς επιστροφή, 2011).
Στην ελληνική οικονομία τα πράγματα εξελίσσονται την τελευταία τριετία με ακόμα χειρότερους ρυθμούς, εξαιτίας της παρόξυνσης του ακραίου φιλελευθερισμού και της άτεγκτης εφαρμογής της μνημονιακής πολιτικής. Από τη μια πλευρά η αποπληρωμή του δημόσιου χρέους που είναι το αποτέλεσμα των ταξικών επιλογών της αστικής εξουσίας (εγγυήσεις προς το τραπεζικό σύστημα, λειτουργία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος ως μηχανισμού μεταφοράς πόρων από το λιγότερο ανταγωνιστικό νότο προς τον περισσότερο ανταγωνιστικό βορρά, συστηματική μείωση της φορολογίας του κεφαλαίου, συνεχείς επιδοτήσεις προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις κ.λπ.) επιχειρείται να μετακυλισθεί ευθέως στις λαϊκές εργαζόμενες τάξεις.
Από την άλλη πλευρά, η δρακόντεια δημοσιονομική πολιτική με την μείωση των δημοσίων κοινωνικών δαπανών και την αύξηση των φορολογικών εσόδων, σε συνδυασμό με τα ολέθρια αποτελέσματα που προκαλεί η κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή τη μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και πρωτίστως της ζωντανής εργασίας, δημιουργούν μια εφιαλτική κοινωνική κατάσταση για την εργατική τάξη και το μεγαλύτερο μέρος των μικροαστικών στρωμάτων. Τα μέτρα ατελεύτητης εισοδηματικής λιτότητας και πρόκλησης μιας υπερμεγέθους και ανεξέλεγκτης πλέον ανεργίας, συνθέτουν το βασικό δίπολο του εργατικού και λαϊκού ολέθρου. Αποτέλεσμα είναι ότι η ελληνική οικονομία κινείται, εδώ και μια τριετία, με ρυθμούς μείωσης του ΑΕΠ κατά 3% που φτάνουν σήμερα και υπολογίζονται ρεαλιστικά για την επόμενη τριετία στο επίπεδο της ετήσιας μείωσης τουλάχιστον κατά 5%.

Αδιέξοδο της μνημονιακής πολιτικής και της εμπορικής επέκτασης
Βέβαια, η κύρια απάντηση των αστικών πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων συνεχίζει να παραμένει η απορρύθμιση, οι περικοπές, η υπερφορολόγηση, η πειθάρχηση της μισθωτής εργασίας, με άμεσες αντανακλάσεις την αποψίλωση και της παραγωγικής δραστηριότητας πολλών μερίδων των μεσαίων στρωμάτων. Σ’ αυτή την παρατεταμένη πολιτική δεν κατόρθωσαν να αντιπαρατεθούν ιστορικά οι πολιτικοί σχηματισμοί του ευρωπαϊκού αριστερού κινήματος: Το κυρίαρχο στον δυτικό κόσμο ρεύμα του ευρωκομμουνισμού όχι μόνον δεν πρόβαλε αποτελεσματικές αντιστάσεις, αλλά οδηγήθηκε στη μετέπειτα κατάρρευσή του. Και από την άλλη πλευρά η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, απομακρυνόμενη συνεχώς από τον κεϊνσιανισμό των πρώτων μεταπολεμικών 10ετίων, μεταλλάχθηκε σε μια ακραία νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση (ΠΑΣΟΚ, ισπανικό και πορτογαλικό σοσιαλιστικά κόμματα, ιταλικό Δημοκρατικό Κόμμα κ.λπ.). (Χ. Λάσκος - Ε. Τσακαλώτος ό.π.).
Ωστόσο, αυτή η ολομέτωπη οικονομική και κοινωνική επίθεση στα λαϊκά εργαζόμενα στρώματα δεν αποτελεί από μόνη της απάντηση στο ζήτημα της ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας, ακόμη και με αστικούς όρους. Γιατί ακριβώς πρωτίστως η μνημονιακή πολιτική επιφέρει τη ραγδαία μείωση της ζήτησης, της καταναλωτικής ισχύος των λαϊκών νοικοκυριών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η αγορά να αδυνατεί να απορροφήσει την όποια υπερπαραγωγή, την κερδοφόρα δηλαδή αξιοποίηση των κεφαλαίων που πλεονάζουν (υπερσυσσωρεύονται) και γι’ αυτό αυτά τα τελευταία καταφεύγουν στις υπέρογκες καταθέσεις της ελληνικής αστικής τάξης, στα ελβετικά και ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα, αδυνατώντας να επενδυθούν παραγωγικά με κερδοφόρους όρους (Δ. Μάνος Έγκατα και εδάφη της κρίσης, 2011). Κατά συνέπεια, ενώ η μνημονιακή πολιτική μειώνει το εργατικό κόστος ως προϋπόθεση για τη συγκράτηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας, εντούτοις ταυτόχρονα συρρικνώνει την ζήτηση και έτσι αναπαράγει με την προφανή υποκατανάλωση την κρίση υπερσυσσώρευσης και συστηματικής μείωσης του ρυθμού εξέλιξης του ΑΕΠ.
Η άλλη λύση που θα είχε στη διάθεσή της η σημερινή καπιταλιστική οικονομία θα ήταν η αξιοποίηση νέων αγορών, είτε με νέα προϊόντα είτε με τη γεωγραφική της επέκταση. Ωστόσο, και αυτή η διέξοδος σήμερα είναι σε σημαντικό βαθμό μπλοκαρισμένη, παρ’ όλη τη φιλελευθεροποίηση του παγκόσμιου εμπορίου (παρέμβαση ΠΟΕ από τα μέσα της 10ετίας του 1990) για δύο προφανείς λόγους: Αφενός η παραγωγή νέων προϊόντων θα συνεχίσει να μη βρίσκει λαϊκούς καταναλωτές λόγω της μείωσης της αγοραστικής δύναμης των εργατικών οικογενειών, αφετέρου η «κατάκτηση» νέων αγορών είναι δυσχερής εξαιτίας του γεγονότος ότι οι χώρες BRICS (αναδυόμενοι καπιταλισμοί), είναι σήμερα περισσότερο εξαγωγείς εμπορευμάτων, λόγω του εξαιρετικά χαμηλού εργατικού τους κόστους: Η κινεζική οικονομία που έχει κατακλύσει την αμερικανική, αλλά και τις ευρωπαϊκές αγορές με φθηνά προϊόντα, είναι μια πασιφανής απόδειξη γι’ αυτό. Εκτός κι αναζητηθούν αγορές στο φεγγάρι όπως σωστά ειρωνεύεται ο νεοκεϊνσιανός Αμερικανός οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν.

Τεχνολογική αναδιάρθρωση, πολεμικές συρράξεις, σοσιαλιστική διέξοδος
Μια τρίτη επιλογή που είχε στη διάθεσή του το καπιταλιστικό σύστημα, μετά από την εφαρμογή της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης, είναι ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός της παραγωγικής διαδικασίας. Βέβαια, αυτά τα μεγάλα εγχειρήματα, αυξάνοντας την παραγωγικότητα και μειώνοντας την εργατική απασχόληση, μπορούν και δίνουν διεξόδους για την καπιταλιστική ανάκαμψη. Ωστόσο, μετά το τελευταίο κύμα επιστημονικών εφαρμογών στην καπιταλιστική παραγωγή (πληροφορική, αυτοματοποίηση, μικροηλεκτρονική) φαίνεται να εξαντλείται και αυτή η δυνατότητα για την κρίση κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης, στο μέτρο που αγγίζεται πλέον μια σχετική οροφή στη δυνατότητα της επιστήμης και της τεχνολογίας να διασώσουν την οικονομία από το σημερινό στασιμοπληθωρισμό.
Σε τελική ανάλυση, η μόνη ανοιχτή διέξοδος που απομένει από μια ορισμένη πλευρά, δεν είναι άλλη από την προσφυγή στην πολεμική μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, όπως συνέβη με τους δύο παγκοσμίους πολέμους του 20ού αιώνα. Άλλωστε, οι οξύτατες ενδο-καπιταλιστικές αντιθέσεις στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, και η όξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων στο διεθνές πεδίο, στη σημερινή εποχή δεν είναι μικρότερης έντασης αυτών που προηγήθηκαν του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (Δ. Μάνος, ό.π.). Βέβαια, το πλέγμα των οργανισμών και θεσμών των υπερεθνικών καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, λειτουργεί αποτρεπτικά για την ώρα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ωστόσο, η βαθύτατη κρίση του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου και της νομισματικής ενοποίησης, όχι μόνον δεν απομακρύνουν την προσφυγή σε μια τέτοια λύση, αλλά την φέρνουν ακόμη πιο κοντά.
Αυτά τα πολύμορφα σημερινά αδιέξοδα της καπιταλιστικής οικονομίας που επιφέρουν μια τεράστια κοινωνική λαϊκή καταστροφή και αδυνατούν να τροφοδοτήσουν την όποια οικονομική ανάκαμψη, είναι που εγκαλούν τις αριστερές λαϊκές δυνάμεις στη διαμόρφωση μιας ριζικής εναλλακτικής λύσης που για να είναι αποτελεσματική, δεν μπορεί παρά να έχει σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά κοινωνικοποίησης, έντονης κοινωνικής οικονομικής παραγωγικής ανάπτυξης, δημοκρατικής εξουσίας των εργαζομένων, αυτονομίας και κυριαρχίας έναντι των διεθνικών καπιταλιστικών συμμαχιών, λαϊκής και κοινωφελούς κατανομής του παραγόμενου υπερπροϊόντος.

* Ο Ανέστης Ταρπάγκος είναι μέλος του Πανελλαδικού Συντονιστικού του ΣΥΡΙΖΑ και του Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων.