Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Μια κοινωνική κατάσταση που τείνει να γίνει επαναστατική

Του Ανέστη Ταρπάγκου. Τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, στη διάρκεια της τελευταίας τριετίας, έχουν ριζικά μεταλλαχθεί σε όλα τα επίπεδα.
Ήδη από τα τέλη του 2008 και μέχρι τα τέλη του 2009 είχε εκδηλωθεί η κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ίδιας της «πραγματικής» καπιταλιστικής οικονομίας, των οποίων οι συνέπειες είχαν αρχίσει να γίνονται ορατές (έλλειψη ρευστότητας, απαρχή εκκαθάρισης επιχειρήσεων, καθυστερήσεις πληρωμών, πρώτα κύματα απολύσεων κ.λπ.).
Στη διάρκεια του 2010-11 αναδείχθηκαν και εφαρμόστηκαν οι μνημονιακές πολιτικές με τα συνεχή πακέτα αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων που έπληξαν καίρια την εργατική τάξη, τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, τους ανέργους, τη νεολαία, τους συνταξιούχους, τους αυτοαπασχολουμένους. Αυτό το γεγονός οδήγησε σε πολύμορφες κοινωνικές αντιδράσεις του λαϊκού κινήματος που επέδειξαν μια αξιοσημείωτη αντοχή και επιμονή. Παράλληλα, επήλθε μια ολοσχερής απονομιμοποίηση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, του ενός πυλώνα του αστικού δικομματισμού, ενώ και στη διάρκεια της σημερινής τρικομματικής μνημονιακής συγκυβέρνησης, συνεχίζεται η απονομιμοποίηση όλου του αστικού πολιτικού τόξου. Η πόλωση και η κρίση εκπροσώπησης έχουν πάρει οξυμένα χαρακτηριστικά στο επίπεδο των ταξικών σχέσεων, των υλικών οικονομικών συνθηκών, των διεθνικών ευρωπαϊκών σχέσεων, της δημοκρατικής συνταγματικής λειτουργίας. Σήμερα, πλέον, η κοινωνική κατάσταση τείνει να προσλάβει επαναστατικά χαρακτηριστικά, όπως αναδεικνύονταν και στην κλασική λενινιστική ανάλυση, στην αναφορά της για την διάλυση της 2ης Κομμουνιστικής Διεθνούς.
• Η αδυναμία της αστικής τάξης να ασκήσει την εξουσία της όπως προηγούμενα:  Μέχρι την έκρηξη της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και δημόσιου χρέους, η αστική πολιτική ασκούνταν διαμέσου του αστικού δικομματισμού, που προωθούσε μεν ορισμένες νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις (σταδιακή ιδιωτικοποίηση κοινωφελών επιχειρήσεων, αποσπασματικές μορφές ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων, σχετικός περιορισμός των ασφαλιστικών δικαιωμάτων κ.λπ.) στην περίοδο 1996-2009. Όμως, συνέχισε να διασφαλίζει μια ορισμένη μορφή κοινωνικής συναίνεσης (ποσοστά του δικομματισμού σταθερά άνω του 75% του εκλογικού σώματος). Ωστόσο, στη διάρκεια της τελευταίας διετίας και για το επόμενο χρονικό διάστημα της επόμενης δεκαετίας που έχουμε μπροστά μας, οι κυρίαρχες τάξεις ωθούνται από την ίδια την πολυδιάστατη καπιταλιστική κρίση να ασκήσουν τις μνημονιακές πολιτικές που πλέον διαρρηγνύουν τις σχέσεις εκπροσώπησης, καταργούν το όποιο κοινωνικό συμβόλαιο, εκμηδενίζουν κάθε μορφή συναίνεσης των λαϊκών τάξεων. Η ύφεση της καπιταλιστικής οικονομίας προσλαμβάνει πλέον σταθερά χαρακτηριστικά και η ανάπτυξη δεν εμφανίζεται ούτε ως πρόβλεψη στον ορατό ορίζοντα, η κλασική αστική πολιτική μετατρέπεται σε μονομερή άτεγκτη δημοσιονομική διαχείριση, το «εθνικό συμφέρον» που επικαλούνταν οι αστικές δυνάμεις (οικονομική ανάπτυξη + φιλολαϊκές διευθετήσεις) έχει πλήρως απογυμνωθεί και έχει δώσει τη θέση του στο ωμό τραπεζιτικό, βιομηχανικό, εμπορικό συμφέρον.
• Η άρνηση των λαϊκών τάξεων να αποδεχθούν αυτή την μορφή πολιτικής διαχείρισης: Ήδη από την αρχή του 2010 ξεκίνησε ένα ευρύτατο κίνημα λαϊκής διαμαρτυρίας και κινητοποίησης που αγκάλιασε πλατιά στρώματα των λαϊκών τάξεων, ιδιαίτερα της μισθωτής εργασίας. Οι πανελλαδικές απεργίες που πραγματοποιήθηκαν και μάλιστα με την πρωτοφανή μαζικότητα εκείνων της 5-Μαΐου-2010 και της 19/20-Οκτωβρίου 2011, κατέδειξαν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο αυτή την άρνηση των «από κάτω» να δεχθούν την άσκηση της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας των «από πάνω». Αλλά και οι προ μηνός εκδηλώσεις λαϊκής οργής στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου σ’ ολόκληρη τη χώρα, αυτήν ακριβώς τη γενικευμένη αγανάκτηση έφερναν στην επιφάνεια και μάλιστα με πανηγυρική μορφή. Πέραν αυτών, το σύνολο των σφυγμομετρήσεων της κοινής γνώμης κάνει φανερή την καταβαράθρωση της εκλογικής επιρροής των δύο πυλώνων του νεοφιλελεύθερου δικομματισμού σε ποσοστά κάτω του 50%, πράγμα που κι αυτό ακόμη γίνεται εφικτό χάρις στην σαρωτική ιδεολογική χειραγώγηση και τρομοκρατία που ασκούν τα τηλεοπτικά ΜΜΕ.
• Η ραγδαία επιδείνωση των όρων διαβίωσης των λαϊκών τάξεων: Σ’ αυτό το επίπεδο τα πράγματα είναι ορατά πλέον διά γυμνού οφθαλμού με τις αλλεπάλληλες περικοπές των συντάξεων, την εκτίναξη της ανεργίας σε δυσθεώρητα ύψη (άνω του 20%), τις συνεχείς μειώσεις των μισθών στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, την φορολεηλασία που πραγματοποιείται τόσο με τους έμμεσους φόρους (αύξηση ΦΠΑ, φόρων στα καύσιμα, ποτά κ.ά.) όσο και με τους άμεσους φόρους (εισοδήματος, ακινήτων κ.λπ.), την αποδιάρθρωση των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης, τη μαζική καταστροφή των αυτοαπασχολουμένων μικροαστικών στρωμάτων, την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Η γενικευμένη «δήμευση» των μισθολογικών, συνταξιοδοτικών και περιουσιακών στοιχείων των εργαζομένων είναι πλέον μια απτή πραγματικότητα, πράγμα που όπως διακηρύσσεται θα συνεχιστεί και σε όλη τη διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας του 2010.
• Η τροφοδότηση της αυτοτελούς παρέμβασης των λαϊκών δυνάμεων:  Δεν πρόκειται μόνον σ’ αυτή την περίοδο για την οργανωμένη μαζική παρέμβαση των συνδικαλιστικών δυνάμεων και των πολιτικών σχηματισμών του αριστερού κινήματος. Πρόκειται ακόμη περισσότερο για την αυθόρμητη εξέγερση ενός ευρύτατου φάσματος κοινωνικών δυνάμεων που φέρνουν στην επιφάνεια ακριβώς αυτόνομες μορφές οργάνωσης και δράσης των «από κάτω». Η πρώτη τέτοιου είδους λαϊκή παρέμβαση υπήρξε το κίνημα των πλατειών του περασμένου καλοκαιριού που συγκλόνισε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα αστικής διακυβέρνησης. Η δεύτερη έκφραση αυτής της αυθόρμητης λαϊκής παρέμβασης αφορά το εξελισσόμενο σήμερα κίνημα σε γειτονιές, συνοικίες και δήμους, ενάντια στην φορολογική επιβάρυνση ακινήτων και μισθών-συντάξεων, που αγκαλιάζει ολόκληρη τη χώρα, πιέζει τα δημοτικά συμβούλια και αρχές, οργανώνει διαβήματα και καταλήψεις υπηρεσιών της ΔΕΗ, ως διαμεσολαβητή για την είσπραξη των φορολογικών επιβαρύνσεων.
• Παράλληλα μ’ αυτά τα κριτήρια, μπορούν να προστεθούν ακόμη εκείνα που αφορούν την αντιδημοκρατική εκτροπή καθώς και την κρίση εθνικής λαϊκής κυριαρχίας: Αυτά τα κριτήρια ισχύουν επιπρόσθετα σήμερα, στο βαθμό που ο καταιγισμός των μνημονιακών μέτρων γίνεται συστηματικά με αντισυνταγματικούς όρους, αλλά και η ίδια η τρικομματική μνημονιακή συγκυβέρνηση στερείται λαϊκής εκλογικής νομιμοποίησης. Παράλληλα, η άσκηση της πολιτικής μονομερούς εξυπηρέτησης των συμφερόντων του τραπεζιτικού συστήματος και των αναγκών υπέρβασης της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου, οδηγεί σε συρρίκνωση κυριαρχικών δικαιωμάτων άσκησης οικονομικής πολιτικής, με την «εποπτεία» και την «οικονομική κηδεμονία», που έχουν επιβληθεί.
Το σύνολο αυτών των κριτηρίων ακριβώς προσδιορίζουν τη σημερινή κατάσταση της χώρας ως κοινωνικής κατάστασης που τείνει να γίνει επαναστατική από κάθε άποψη. Αυτά είναι ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά της σημερινής συγκυρίας που εγκαλούν τόσο τα κοινωνικά όσο και τα πολιτικά υποκείμενα του λαϊκού κινήματος σε ριζικούς επαναπροσδιορισμούς (π.χ. κατεπείγουσα αναγκαιότητα ενωτικών συμπαρατάξεων και ανασυνθέσεων), στην ανάδειξη πλέον του ζητήματος της εξουσίας με όρους δημοκρατικούς-εκλογικούς και ταυτόχρονα μαζικά κινηματικούς (π.χ. κλιμακωμένες πανελλαδικές απεργίες με χαρακτηριστικά αποτελεσματικότητας και όχι κατάθεσης της απλής εργατικής διαμαρτυρίας), προσδιορισμός συγκεκριμένης εναλλακτικής λύσης με μεταβατικά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά διακυβέρνησης (απαλλαγής από το βάρος του επαχθούς χρέους, ανακατανομής του πλούτου, στρατηγικής εθνικοποιήσεων-κοινωνικοποιήσεων κ.λπ.).

* Ο Ανέστης Ταρπάγκος είναι μέλος του Πανελλαδικού Συντονιστικού του ΣΥΡΙΖΑ και του Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων.