Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Διηνέκης


Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Διηνέκης
ένας από τους 300 του Λεωνίδα στις μάχες των Θερμοπυλών
Ο ήλιος έριχνε τα πύρινα βέλη του στα τέλη Αυγούστου του 480 π.Χ. στα στενά των Θερμοπυλών. Από την μία πλευρά των στενών κοντά στην Ανθήλη (αρχαία πόλη της Φθιώτιδας) που ήταν το πρώτο στενό στα δυτικά, είχαν στρατοπεδεύσει οι δυνάμεις του μεγάλου βασιλιά των Περσών και των Μήδων, Ξέρξη. Πέρσες, Μήδοι, Πάρθοι, Αιγύπτιοι, Αιθίοπες, Άριοι, Κάρες, Λύκιοι, Λύδοι και άλλες φυλές της Ασίας και της Αφρικής, που ο αριθμός τους ανερχόταν σε εκατοντάδες χιλιάδες πεζούς, τοξότες, ιππείς και σφενδονιστές περιμέναν την εντολή του Ξέρξη για να επιτεθούν στους Έλληνες. Από την άλλη πλευρά στο δεύτερο στενό των Θερμοπυλών στο Φωκικό τείχος (που κατασκευάστηκε από τους Φωκείς για να περιορίσει τις επιδρομές των Θεσσαλών) είχαν εγκατασταθεί περίπου 7.000 Έλληνες, κυρίως από την Πελοπόννησο. Η δύναμη των Ελλήνων αποτελούνταν από τους 300 Σπαρτιάτες που ήταν η προσωπική φρουρά του Λεωνίδα, 900 περίοικους (Αχαιοί από την Λακωνία), 500 Μαντινείς (Μαντίνεια Αρκαδίας), 500 Τεγεάτες (Τεγέα Αρκαδίας), 120 Ορχομένιοι (Ορχομενός Αρκαδίας), 1000 Αρκάδες από άλλες πόλεις, 400 Κορίνθιοι, 200 Φλειάσιοι (Φλειούς Κορινθίας), 80 Μυκηναίοι (Μυκήνες), 700 Θεσπιείς (Θεσπιές Βοιωτίας), 400 Θηβαίοι που τους έφεραν περισσότερο σαν αιχμάλωτους παρά σαν πολεμιστές και 1.000 Λοκροί (αρχαίο φύλο στην περιοχή της Φθιώτιδας και της Φωκίδας).
Κανείς από τους δυο στρατούς δεν έκανε το πρώτο βήμα της επίθεσης. Ο Ξέρξης έστειλε έναν ιππέα κατάσκοπο να παρακολουθήσει πόσοι ήταν οι Έλληνες, αλλά και τι κάνουν στο στρατόπεδό τους. Ο ιππέας πέρασε το πρώτο στενό που κυριαρχούσαν οι Πέρσες και κατευθύνθηκε προς το δεύτερο στενό. Εκεί αντίκρισε για πρώτη φορά τους Σπαρτιάτες που χτένιζαν τα μακριά μαλλιά τους και γυμνάζονταν. Είχαν αφήσει στα βράχια τους πορφυρούς χιτώνες και καλλωπίζονταν. Παρότι αντελήφθησαν τον Πέρση δεν έκαναν τίποτε και ατάραχοι συνέχισαν τις ασχολίες τους.
Όταν ο Ξέρξης πληροφορήθηκε για την συμπεριφορά των Σπαρτιατών ρώτησε τον Δημάρατο του Αρίστωνος (τέως βασιλιά της Σπάρτης που πρόδωσε την πατρίδα του) γι' αυτήν την περίεργη στάση τους. Αυτός του αποκρίθηκε πως όταν οι Σπαρτιάτες διακινδύνευαν την ζωή τους, καλλωπίζονταν για να πάνε όμορφοι και καθαροί στον άλλο κόσμο. Όλα αυτά φαίνονταν παράξενα στον Ξέρξη, αλλά πιο παράξενη του φαινόταν η αντίστασή τους.
Πέρασαν τέσσσερις μέρες που αναμονής χωρίς μάχη. Ο Διηνέκης ακόνιζε το ξίφος και το δόρυ του. Γυμναζόταν και αυτός ενόσω οι στρατηγοί των Ελλήνων συσκέπτονταν για το τι θα πράξουν. Ο Ξέρξης μην αντέχοντας άλλο την αναμονή, έστειλε κήρυκες στον Λεωνίδα και του ζήτησε να ενωθεί μαζί του και αυτός ως αντάλλαγμα θα τον έκανε βασιλιά της Ελλάδας. Ο Λεωνίδας κατηγόρησε τον Ξέρξη ότι θέλει ξένα πράγματα που δεν του ανήκουν και ότι προτιμούσε να πεθάνει υπέρ της Ελλάδας παρά να γίνει μονάρχης στους ομόφυλούς του. Ο Ξέρξης οργίστηκε μ' αυτήν την απάντηση του Λεωνίδα. Παρ' όλα αυτά έκανε και μια δεύτερη προσπάθεια ζητώντας από τον Λεωνίδα αυτήν την φορά να του παραδώσουν οι Έλληνες τα όπλα. Η απάντηση του Λεωνίδα: “μολών λαβέ”, που στην διάλεκτο της Σπάρτης σήμαινε “έλα να τα πάρεις”. Πριν την μάχη ένας Τραχίνιος (Τραχίνα αρχαία πόλη της περιοχής) είπε στον Διηνέκη ότι: “εάν οι βάρβαροι εκτοξεύσουν τα βέλη τους, θα σκιάσουν με το πλήθος τους τον ήλιο, διότι τόσα πολλά είναι”. Ο Διηνέκης τον κοίταξε ατάραχος και είπε: “ο Τραχίνιος ξένος πάντα καλές ειδήσεις μας φέρνει, διότι, εάν οι Μήδοι έκρυβαν τον ήλιο, τότε θα πολεμούσαμε στην σκιά και όχι στον ήλιο”.
Ο Ξέρξης χολωμένος μ' αυτόν τον αυθάδη Σπαρτιάτη βασιλιά έστειλε τους Μήδους (φυλή της Περσίας), ανάμεσα στους οποίους, ήταν και συγγενείς των πεσόντων στην μάχη του Μαραθώνα που διψούσαν για εκδίκηση και τους Κισσίους (φυλή του Ιράν). Τους διέταξε μάλιστα να φέρουν τους Σπαρτιάτες δεμένους για να τους τιμωρήσει όπως πρέπει. Οι Μήδοι επιτέθηκαν με ανδρεία στους χαλκοθώρατους Σπαρτιάτες. Ο Διηνέκης με το δόρυ του χτυπούσε και τρύπαγε τους Μήδους και τα πτώματά τους έπεφταν σωρό. Οι Έλληνες μάχονταν ο ένας δίπλα στον άλλον καλύπτοντας με τις μεγάλες τους ασπίδες το δεξί μέρος τους συμπολεμιστή τους. Η φάλαγγά τους ήταν αδιαπέραστη, σαν ένα ενιαίο τείχος από ασπίδες και δόρατα που έπεφταν πάνω τους οι Μήδοι, οι οποίοι από την πλευρά τους επιτίθονταν σε αλλεπάλληλα κύματα καταφέρνοντας πάντα το ίδιο αποτέλεσμα - την συντριβή τους κάτω από τα δόρατα των Ελλήνων. Ο Διηνέκης μαχόταν σαν παλληκάρι, μην αφήνοντας ούτε έναν Μήδο να του ξεφύγει χωρίς να τον καρφώσει με το δόρυ του. Όταν ο Ξέρξης είδε την αποτυχία των Μήδων, έριξε στην μάχη τους “αθάνατους”, το επίλεκτο σώμα του περσικού στρατού που αποτελούνταν από 10.000 άνδρες που ονομαζόταν έτσι γιατί ο αριθμός τους παρέμεινε σταθερός, διότι όταν πέθαινε ή σκοτώνονταν κάποιος στην μάχη, αντικαθίστατο αμέσως από άλλον. Ήταν επίσης η βασιλική σωματοφυλακή του Ξέρξη που την αποτελούσαν μόνο επίλεκτοι στρατιώτες. Οι αθάνατοι με την αλαζονεία της παντοδυναμίας τους επιτέθηκαν με τα ακόντιά τους και τα σπαθιά τους κατά των Ελλήνων.
Όπως πάντα μπροστάρηδες της μάχης ήταν οι Σπαρτιάτες, εφαρμόζωντας μια τακτική που μόνο αυτοί μπορούσαν να κάνουν συντεταγμένα. Άφηναν τους αντιπάλους να νομίσουν πως κερδίζουν και υποχωρούσαν συντεταγμένα. Έτσι έγινε και με τους αθάνατους, οι οποίοι, βλέποντας τους Σπαρτιάτες να υποχωρούν επιτέθηκαν με περισσότερη ορμή. Οι Σπαρτιάτες τους οδήγησαν σαν καλοκουρδισμένη μηχανή στο φωκικό τείχος και ξαφνικά σαν ένα σώμα γύρισαν απότομα προς την μεριά των Περσών. Το τι επακολούθησε είναι απερίγραπτο. Οι αθάνατοι έπεφταν κατά εκατοντάδες κάτω από τα Σπαρτιατικά δόρατα. Ο Διηνέκης μαζί με τους συμπολεμιστές του σκότωναν όποιον “άτυχο” Πέρση βρισκόταν μπροστά τους. Έτσι τελείωσε η πρώτη μέρα της μάχης με νικητές τους Έλληνες. Έτσι κύλησε και η δεύτερη μέρα με τους Έλληνες να κερδίζουν κατά κράτος τους βαρβάρους.
Στο τέλος της δεύτερης μέρας ήρθε στον Ξέρξη ο Εφιάλτης από την Αντίκυρα της Μαλίδας (αρχαία πόλη της περιοχής) και του είπε πως ξέρει ένα κρυφό πέρασμα που οδηγεί κατευθείαν στα νώτα των Ελλήνων. Ο Ξέρξης μέσα στην λύπη του που έχασε τον ανθό του στρατού του, του υποσχέθηκε πολλά δώρα. Ο Εφιάλτης τους οδήγησε πάνω στο όρος Καλλίδρομο, από την Ανοπαία άτραπο. Επικεφαλής του στρατού που θα περνούσε από το πέρασμα ήταν ο Υδάρνης, ο αρχηγός των αθανάτων μαζί με 10.000 αθάνατους. Την Ανοπαία άτραπο την φυλούσαν 1.000 Φωκείς, οι οποίοι, άκουσαν μέσα στην ήρεμη νύχτα το ποδοβολητό των χιλιάδων Περσών που πατούσαν στα φύλλα βελανιδιών. Οι Φωκείς βλέποντας τους Πέρσες να έρχονται προς το μέρος τους πήρανε τα όπλα τους και τραβήχτηκαν προς τα πίσω. Ο Υδάρνης έκπληκτος από την αναπάντεχη συνάντηση, μιας και πίστευε πως το μονοπάτι δεν φυλάσσονταν, ρώτησε έντρομος αν αυτοί ήταν Σπαρτιάτες και όταν του είπε ο Εφιάλτης πως δεν ήταν, τους προσπέρασε και συνέχισε τον δρόμο του.
Ο μάντης Μεγιστίας ο Ακαρνάν (Ακαρνανία), το πρωί της τρίτης μέρας, εξετάζοντας τα σπλάχνα των θυσιαζομένων ζώων, είπε πως όσοι παραμείνουν στις Θερμοπύλες τους περιμένει μόνο ο θάνατος. Μετά από λίγο έφτασε στο στρατόπεδο των Ελλήνων ένας Έλληνας δραπέτης που το είχε σκάσει την νύχτα από το στρατόπεδο των Περσών και είπε στον Λεωνίδα ό,τι συνέβη με τον Εφιάλτη. Ο Λεωνίδας αμέσως ζήτησε από όλους τους άλλους Έλληνες να αποχωρήσουν γιατί θα χρειάζονταν στον μετέπειτα αγώνα και πως θα έμενε αυτός μόνο με τους 300. Οι 700 Θεσπιείς ζήτησαν να μείνουν και αυτοί εκεί γιατί δεν ήθελαν να αφήσουν μόνους τους Σπαρτιάτες να πάρουν όλη την δόξα.
Κατά την επίθεση των Περσών, οι φωνές των αθανάτων γέμισαν την ατμόσφαιρα. Ο Διηνέκης μαζί με τους άλλους σχημάτισαν αμέσως την γραμμή της φάλαγγας, σφίγγοντας το δόρυ στο χέρι του και κρατώντας την ασπίδα. Οι αθάνατοι επιτέθηκαν γνωρίζοντας πως σε λίγο έρχονταν και άλλοι Πέρσες από την άλλη μεριά του στενού και θα περικύκλωναν τους Σπαρτιάτες στην παγίδα τους. Το τείχος των ασπίδων προστάτευσε για άλλη μια φορά τους Σπαρτιάτες σωριάζοντας κάτω σωρό τους Πέρσες. Η μάχη άναψε για τα καλά, ώσπου ήρθαν και οι Πέρσες από τα νώτα των Σπαρτιατών. Τα δόρατα των Σπαρτιατών σπάζαν το ένα μετά το άλλο και αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τα κοντά τους ξίφη, τις ξυήλες (30 εκατοστά περίπου). Ακόμα και έτσι οι Σπαρτιάτες όμως, ήταν ανίκητοι στην μάχη, αναγκάζοντας τους Πέρσες να οπισθοχωρίσουν ασύντακτα σαν αγέλη ζώων που τρέχουν να σωθούν από τον κίνδυνο. Αλλά, ο κλοιός γύρω από τους Σπαρτιάτες έσφιγγε συνέχεια. Σ' αυτήν την φάση έχουν δύο μέτωπα να αντιμετωπίσουν. Ο Λεωνίδας έπεσε νεκρός από τα απανωτά χτυπήματα που του έκαναν σ' όλο του το σώμα οι Πέρσες αθάνατοι. Η μάχη μετατράπηκε σε μάχη σώμα με σώμα. Οι Πέρσες ήθελαν να αρπάξουν το σώμα του Λεωνίδα, αλλά μπροστά τους μπήκε ο Διηνέκης που τους απώθησε με το ξίφος του. Όλοι οι Σπαρτιάτες σαν μια γροθιά προστάτευαν το σώμα του νεκρού βασιλιά τους απωθώντας τους Πέρσες. Δεν θα επέτρεπαν στα βάρβαρα και μιαρά χέρια να αγγίξουν το σώμα του. Κατάφεραν να τους απωθήσουν έως και τέσσερις φορές. Σιγά-σιγά όλοι οι Σπαρτιάτες και οι εναπομείναντες Θεσπιείς πήγαν στον χαμηλό λόφο που ήταν πίσω τους, στον Κολωνό λόφο. Οι Πέρσες για να μην χάσουν άλλους στρατιώτες, τόξευαν τους Σπαρτιάτες και ένας-ένας έπεφταν τρυπημένοι ο καθένας από τα δεκάδες βέλη των βαρβάρων, έχοντας γύρω τους, τους νεκρούς συμπολεμιστές τους. Ο Διηνέκης έμεινε από τους τελευταίους που μάχονταν ακόμα με το ξίφος στο χέρι πάνω από τον νεκρό Λεωνίδα και την μεγάλη ασπίδα που τον προστάτευε.
Ήδη όμως ένα στρώμα από βέλη, ακόντια και πέτρες είχε σκεπάσει τους Σπαρτιάτες. Ο Διηνέκης έχοντας καρφωμένα βέλη στα πόδια και στα χέρια, άφηνε την τελευταία του πνοή στις Θερμοπύλες, μακριά από την πολυαγαπημένη του Σπάρτη.
Αυτό το κείμενο αφιερώνεται σ' όλους τους Έλληνες που πήραν μέρος στις μάχες των Θερμοπυλών (και όχι την μάχη όπως λέγεται), που με την ανδρεία τους μετέτρεψαν μια “ήττα” στην λαμπρότερη νίκη της ανθρώπινης ιστορίας.
Αίας ο Τελαμώνιος
Τ. Ο. Καβάλας